ΚΛΑΣΣΙΚΟΙ ΣΥΝΘΕΤΕΣ
Περιγραφή
Ανακοινώσεις
Δεν υπάρχει καμία ανακοίνωση.
Συζήτηση
Δεν υπάρχει καμία συζήτηση.
Τοίχος
Φρεντερίκ Σοπέν
Frédéric François Chopin1 Μαρ 1810 - 17 Οκτ 1849
Ένας από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του ρομαντισμού στη μουσική και από τους μεγαλύτερους πιανίστες της εποχής του. Αρκετές συνθέσεις του συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα έργα του πιανιστικού ρεπερτορίου.
Γεννήθηκε στην Πολωνία το 1810.
Ο Φρεντερίκ από μικρός έδειξε το ταλέντο που είχε στη μουσική. Παρακολουθούσε μαθήματα από 6 ετών και όταν ήταν 7 ετών τυπώθηκε η πρώτη του σύνθεση, μια Πολονέζα σε σολ ελάσσονα. Σε ηλικία 8 ετών εμφανίστηκε πρώτη φορά δημοσίως ως πιανίστας. Η φήμη του γρήγορα έγινε μεγάλη και στην Βαρσοβία τον θεωρούσαν δεύτερο Μότσαρτ. Ο δάσκαλός της σύνθεσης στο Ωδείο της Βαρσοβίας, Γιόζεφ Έλσνερ, μιλούσε για εξαιρετικές ικανότητες και μουσική ιδιοφυία. Το 1829 έδωσε τις πρώτες μεγάλες του συναυλίες στη Βιέννη, και εν τω μεταξύ είχε συνθέσει ήδη μερικά σημαντικά έργα, όπως το κοντσέρτο σε φα ελάσσονα (γνωστό ως 2ο κοντσέρτο), την πρώτη σονάτα για πιάνο (σε ντο ελάσσονα), και κάποιες από τις σπουδές για πιάνο. Το 1830 έφυγε από την Πολωνία για να συνεχίσει τις εμφανίσεις του στη Βιέννη. Μετά την αναχώρησή του ξέσπασε στη χώρα επανάσταση κατά της τσαρικής εξουσίας η οποία συνετρίβη και ο συνθέτης δεν μπόρεσε ποτέ να επιστρέψει στην πατρίδα του.
Από το 1831 ζούσε στο Παρίσι, που τότε ήταν επίκεντρο της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής. Εκεί ζούσαν πολλοί σπουδαίοι συνθέτες, όπως οι Γιοακίνο Ροσίνι, Φραντς Λιστ, Εκτόρ Μπερλιόζ. Λίγους μήνες μετά την άφιξή του έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ και σταδιακά η φήμη του εξαπλωνόταν.
Παρά τη μεγάλη φήμη του όμως απέφευγε τις εμφανίσεις σε μεγάλα ακροατήρια. (Ισχυριζόταν ότι φοβόταν πολύ το κοινό.) Έτσι, στα 18 χρόνια παραμονής στο Παρίσι, έδωσε μόνο 19 ρεσιτάλ.
Στο Παρίσι ο Σοπέν συνδεόταν με τον κύκλο του επίσης φημισμένου συνθέτη και πιανίστα Φραντς Λιστ. Στο σπίτι του γνώρισε τη συγγραφέα Γεωργία Σάνδη (ψευδώνυμο της Βαρώνης Aurore Dudevant), 6 χρόνια μεγαλύτερή του. Η πρώτη γνωριμία με την τολμηρή και μάλλον εκκεντρική συγγραφέα (κάπνιζε και φορούσε αντρικά ρούχα) του είχε προκαλέσει αρνητική εντύπωση και είχε σχολιάσει επικριτικά τη συμπεριφορά και την εμφάνισή της. Από το 1838 όμως ξεκίνησε η σχέση τους, που κράτησε 9 χρόνια.
To ζευγάρι χώρισε το 1847.
Από εκείνη τη χρονιά η υγεία του επιδεινώθηκε. Το 1848 έζησε για μεγάλο διάστημα στην Αγγλία και τη Σκωτία για ρεσιτάλ, κατόπιν πρόσκλησης της μαθήτριάς του Τζέιν Στέρλινγκ. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι η υγεία του ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση και τα οικονομικά του μέσα περιορισμένα.
Πέθανε στο Παρίσι το 1849, μετά από χρόνια φυματίωση. Ενδέχεται όμως ο θάνατός του να οφείλεται σε καρδιακό νόσημα. Κηδεύτηκε στο Παρίσι και τάφηκε στο Κοιμητήριο Περ Λασέζ, όμως λόγω δικής του επιθυμίας η καρδιά του μεταφέρθηκε στην Πολωνία, όπου φυλάσσεται μέχρι και σήμερα
Τα κυριότερα έργα
Για πιάνο
4 Scherzi (1831, 1837, 1839, 1842)
3 Σονάτες (1828, 1839, 1844)
12 Σπουδές αφιερωμένες στον Φραντς Λιστ (1829-1832) και 12 αφιερωμένες στην κόμησσα Ντ' Αγκού (1832-1836)
24 Πρελούδια, έργο 28 (1831-1839)
Πρελούδιο σε ντο δίεση ελάσσονα, έργο 45 (1841)
19 Νυχτερινά
4 Μπαλάντες
58 Μαζούρκες
16 Πολωνέζες
17 Βαλς
3 Impromptus
Fantaisie-Impromptu (1835)
Φαντασία σε φα ελάσσονα (1841)
Berceuse (1843)
Βαρκαρόλλα (1846)
Πολωνέζα-Φαντασία (1846)
Μουσική δωματίου
Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο
Για πιάνο και ορχήστρα
Rondo Krakowiak (1828)
Κοντσέρτο σε φα ελάσσονα (1829-30)
Κοντσέρτο σε μι ελάσσονα (1830)
Grande Polonaise Brillante (1830-1) και Andante spianato (1834)
Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010 18:32
George Frideric Handel
23 Φεβ 1685 - 14 Απρ 1759
Γερμανός συνθέτης της ύστερης περιόδου τής μπαρόκ μουσικής, που διακρίθηκε κυρίως για τα ορατόριά του. Έζησε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αγγλία και απέκτησε την αγγλική ιθαγένεια το 1726. Συνέθεσε concerti grossi, όπερες και ορατόρια. Το πιο διάσημο έργο του είναι το ορατόριο Μεσσίας. Επηρέασε βαθιά πολλούς από τους μεταγενέστερους συνθέτες, μεταξύ των οποίων ήταν ο Φραντς Γιόζεφ Χάυντν, ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν, ενώ το έργο του συνέβαλε στη μετάβαση από την εποχή της μουσικής μπαρόκ στην κλασσική μουσική. Οι συνθέσεις του περιλαμβάνουν περίπου 50 όπερες, 23 ορατόρια και πολλές συνθέσεις εκκλησιαστικής μουσικής, καθώς και ορχηστρικά κομμάτια.
Γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1685 στο Χάλλε της Γερμανίας, την ίδια χρονιά με τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και τον Ντομένικο Σκαρλάτι. Από νεαρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση στη μουσική, αν και ο πατέρας του, που ήταν κουρέας-χειρουργός στην υπηρεσία του δούκα της Σαξονίας, δεν επιθυμούσε να εξελιχθεί ο γιος του σε μουσικό. Με παρέμβαση του δούκα που εκτίμησε τα μουσικά χαρίσματα του οκτάχρονου Χέντελ, ξεκίνησε μαθήματα εκκλησιαστικού οργάνου υπό την εποπτεία του συνθέτη Friedrich W. Zachow. Ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν στην ηλικία των έντεκα ετών και το 1702, από σεβασμό στην επιθυμία του, γράφτηκε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου του Χάλλε, ενώ εργαζόταν παράλληλα και ως οργανίστας στον καθεδρικό ναό της πόλης. Τον επόμενο χρόνο μετακόμισε στο Αμβούργο, όπου εργάστηκε ως βιολονίστας στην ορχήστρα της τοπικής όπερας, θέση που εγκατέλειψε όμως προκειμένου να περιοδεύσει στην Ιταλία κατά την περίοδο 1706-10. Εκεί ήρθε σε επαφή με μερικούς από τους σπουδαιότερους Ιταλούς συνθέτες της εποχής, όπως τον Αλεσάντρο Σκαρλάτι και τον γιο του Ντομένικο. Στην Ιταλία συνέθεσε αρκετά μουσικά έργα και το ύφος του σημείωσε σημαντική εξέλιξη, ενώ την ίδια περίοδο ο Χέντελ άρχισε να γνωρίζει διεθνή αναγνώριση.
Στα τέλη του 1710 ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Αγγλία, ενώ τον επόμενο χρόνο παρουσίασε την όπερα Rinaldo στο Λονδίνο, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Εκεί άλλαξε και το όνομά του και το προσάρμοσε, χρησιμοποιώντας το από κει και πέρα επίσημα στην αγγλική γραφή. Το 1712 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αγγλία, όπου συνέχισε τη σταδιοδρομία του ως θεατρικός επιχειρηματίας, αντιμετωπίζοντας ισχυρό ανταγωνισμό. Το 1737 οδηγήθηκε σε χρεοκοπία, γεγονός που συνοδεύτηκε από μία επιδείνωση της υγείας του και προσωρινή παράλυση του δεξιού χεριού του, πιθανώς εξαιτίας ενός εγκεφαλικού επεισοδίου. Μετά την ανάρρωσή του, ξεκίνησε να συνθέτει το δημοφιλέστερο ορατόριο του, τον Μεσσία, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 13 Απριλίου του 1742 στο Δουβλίνο. Από το 1751 άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα όρασης που οδηγούσαν σταδιακά στην τύφλωσή του. Υπό αυτές τις συνθήκες, συνέθεσε το 1752 το ορατόριο Ιεφθάε (ο Θρίαμβος του Χρόνου και της Αλήθειας, έργο του 1757, στηρίχθηκε κυρίως σε προγενέστερο υλικό του Χέντελ). Πέθανε το Πάσχα του 1759 και η ταφή του έγινε με τιμές στο αβαείο του Ουεσμίνστερ.
Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010 10:43
Franz Liszt
22 Οκτ 1811 - 31 Ιουλ 1886
Ο Φραντς Λιστ (Franz ή Ferenc Liszt, 22 Οκτωβρίου 1811 - 31 Ιουλίου 1886) ήταν Ούγγρος ρομαντικός συνθέτης και πιανίστας. Μαζί με τον Φρεντερίκ Σοπέν, θεωρούνται οι σημαντικότεροι ρομαντικοί συνθέτες για πιάνο και δύο από τους σπουδαιότερους πιανίστες της εποχής.
Γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1811 στο Ράιντινγκ της Ουγγαρίας, κοντά στα σύνορα με την Αυστρία. Από μικρός έδειξε το ταλέντο του στο πιάνο και σύντομα η οικογένειά του μετακόμισε στη Βιέννη για να λάβει συστηματική διδασκαλία. Εκεί πήρε μαθήματα πιάνου από τον συνθέτη Καρλ Τσέρνυ (Carl Czerny) και σύνθεσης από τον συνθέτη Αντόνιο Σαλιέρι. Το 1822 έδωσε την πρώτη του συναυλία και εντυπωσίασε το κοινό. Στη δεύτερη συναυλία του, το 1823, ανάμεσα στους ενθουσιασμένους ακροατές ήταν και ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν.
Τον Δεκέμβριο του 1823 η οικογένεια Λιστ μετακόμισε στο Παρίσι, επίκεντρο τότε της καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής. . Παράλληλα με τις σπουδές του έκανε πολλές περιοδείες για ρεσιτάλ στη Γαλλία και την Αγγλία και έγινε σύντομα γνωστός και αγαπητός στα ευρωπαϊκά σαλόνια.
Στο Παρίσι γνώρισε πολλές προσωπικότητες του πνευματικού και καλλιτεχνικού χώρου, όπως τους Βίκτωρ Ουγκό, Λαμαρτίνο, Χάινριχ Χάινε, Βιτσέντζο Μπελίνι, Τζοακίνο Ροσίνι, Φρεντερίκ Σοπέν. Οι συνθέτες που θαύμαζε ήταν ο Εκτόρ Μπερλιόζ, ο Φρεντερίκ Σοπέν και ο Νικολό Παγκανίνι.
Το 1827, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας, ο πατέρας του πέθανε ξαφνικά έπειτα από σύντομη ασθένεια. Ο Λιστ έμεινε τότε χωρίς υποστήριξη και έπρεπε να φροντίσει μόνος για την συνέχιση των σπουδών και της καριέρας του. Άρχισε να παραδίδει μαθήματα πιάνου . Λϊγο καιρό μετά ο συνθέτης πέρασε μια φάση θρησκοληψίας (για δεύτερη φορά, είχε εκδηλώσει και παλιότερα αυτήν την επιθυμία, αλλά το απέτρεψε ο πατέρας του). Για αρκετό καιρό διέκοψε τις δημόσιες εμφανίσεις και τα ίχνη του χάθηκαν. Λέγεται ότι ο ιερέας Λαμεναί, στενός φίλος της οικογένειας, τον βοήθησε να ξεπεράσει την κρίση.
Το 1833 στο σπίτι του Φρεντερίκ Σοπέν γνωρίστηκε με την κόμισσα Μαρί ντ΄ Αγκού, η οποία τον ερωτεύτηκε και εγκατέλειψε τον σύζυγό της για να τον ακολουθήσει. Μαζί έζησαν ως το 1844 στην Ελβετία και την Ιταλία και απέκτησαν 3 παιδιά. Εκείνη τη χρονιά το ζευγάρι χώρισε.
Από το 1848 ως το 1861 έζησε μόνιμα στη Βαϊμάρη (όπου είχε διοριστεί αρχιμουσικός το 1844), μαζί με τη νέα σύντροφό του Καρολίνα Ιβανόφσκα, εν διαστάσει σύζυγο του Ρώσου πρίγκηπα Ζάιν-Βιτγκενστάιν. Καθώς από το 1847 είχε εγκαταλείψει την καρίερα του πιανίστα για να αφοσιωθεί στη σύνθεση, δραστηριοποιήθηκε πλέον ως αρχιμουσικός δίνοντας πολλές συναυλίες και παράλληλα οργάνωσε την καλλιτεχνική ζωή της πόλης και προσέφερε υποστήριξη σε πολλούς νέους συνθέτες, ένας από τους οποίους ήταν ο Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του Λιστ από την κόμισσα ντ΄ Αγκού, Κόζιμα. Ο Λιστ διηύθυνε τις πρώτες εκτελέσεις έργων του Βάγκνερ, όπως τα Ταγχώυζερ και Ιπτάμενος Ολλανδός. Άλλοι συνθέτες τους οποίους υποστήριξε ήταν οι Αλεξάντρ Μποροντίν,Καμίγ Σαιν-Σανς, Μπέντριχ Σμέτανα. Εκείνη την περίοδο ολοκλήρωσε και κάποια από τα σπουδαιότερα έργα του όπως τα δύο κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα και τη σονάτα για πιάνο.
Το 1869 διορίστηκε σύμβουλος στη βασιλική αυλή της Ουγγαρίας και από τότε ζούσε εναλλάξ στη Ρώμη, στη Βαϊμάρη και τη Βουδαπέστη, ενώ παράλληλα έκανε περιοδίες. Το 1873 οι Ούγγροι τον ανακήρυξαν εθνικό ήρωα και το 1876 του ανέθεσαν τη διεύθυνση της Μουσικής Ακαδημίας της Βουδαπέστης.
Στις 21 Ιουλίου του 1886 έκανε την τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε συναυλία στο Λουξεμβούργο. Έπειτα επισκέφθηκε όπως κάθε χρόνο το Φεστιβάλ του Μπαϋρόιτ. Αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και τελικά πέθανε λίγες μέρες μετά την άφιξή του στο Μπαϋρόιτ, στις 31 Ιουλίου.
Καινοτομίες
Ενδεικτικά παραδείγματα των μορφολογικών καινοτομιών του είναι τα 2 κοντσέρτα για πιάνο και ορχήστρα και η σονάτα για πιάνο. Το πρώτο κοντσέρτο, σε μι ύφεση μείζονα, το επεξεργαζόταν από το 1830 αλλά παρουσίασε την τελική μορφή του το 1855. Δεν ακολουθεί την παραδοσιακή δομή του κοντσέρτου, αλλά τα μέρη του ουσιαστικά είναι ενιαία και επεξεργάζεται σ' αυτά το ίδιο θεματικό υλικό. Εξαιρετικά προκλητική για την εποχή ήταν η χρήση του τρίγωνου στο τρίτο μέρος. Το δεύτερο κοντσέρτο, σε λα μείζονα, το επεξεργαζόταν στο διάστημα 1839-1861. Ούτε αυτό ακολουθεί την παραδοσιακή δομή. Το ίδιο συμβαίνει και με τη σονάτα για πιάνο σε σι μείζονα, που ολοκληρώθηκε το 1853 και παρουσιάστηκε στο κοινό το 1858. Αυτά τα έργα αντιμετωπίστηκαν με δυσπιστία από τους κριτικούς και μόνο τον 20ο αι. καθιερώθηκαν στο πιανιστικό ρεπερτόριο.
Σε κάποια από τα τελευταία έργα του, όπως τα "Μεφίστο Βαλς", "Μακάβριο Τσάρντας" και "Ατονική Μπαγκατέλλα" υπάρχουν και στοιχεία μοντερνισμού.
Μια άλλη καινοτομία του είναι η επινόηση του "συμφωνικού ποιήματος", έργου "περιγραφικού" εμπνευσμένου από τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική ή και προσωπικά βιώματα. Ο Λιστ συνέθεσε 13 συμφωνικά ποιήματα αλλά και σε άλλα έργα του θέλησε να αποδώσει εντυπώσεις και βιώματα. Το πιο χαρακτηριστικό από αυτά είναι το σύνολο έργων για πιάνο "Χρόνια Προσκυνήματος", που διαιρείται σε τρια βιβλία: Ελβετία, Βενετία-Νάπολη και Ρώμη. Σε αυτά περιγράφει μουσικά τις εντυπώσεις του από την παραμονή του σε αυτά τα μέρη, με χαρακτηριστικούς τίτλους όπως Οι καμπάνες της Γενεύης, Τα συντριβάνια της Βίλα ντ' Έστε κ.α.
Ο Λιστ αγαπούσε πολύ τη μουσική των τσιγγάνων της Ουγγαρίας, τη θεωρούσε συνδεδεμένη με τις αναμνήσεις κάθε Ούγγρου και τις ένδοξες μνήμες της πατρίδας του και βάσισε πολλά έργα του σε μελωδίες από λαϊκά τραγούδια και χορούς. Τα πιο διάσημα απ' αυτά είναι οι 19 Ουγγρικές Ραψωδίες για πιάνο, 6 από τις οποίες μεταγράφηκαν αργότερα για ορχήστρα. Άλλα έργα στα οποία επεξεργάζεται υλικό από λαϊκά τραγούδια είναι τα :Ιστορικά Ουγγρικά Πορτραίτα, 5 Ουγγρικά Λαϊκά Τραγούδια για πιάνο και το Ουγγρικό εμβατήριο επίθεσης.
Ο Λιστ θαύμαζε πολύ τον Νικολό Παγκανίνι για τη δεξιοτεχνία του μελετούσε πολύ (συχνά ως και 12 ώρες την ημέρα) για να βελτιώσει την τεχνική του και να μοιάσει στο ίνδαλμά του. Η εκπληκτική δεξιοτεχνία του αποτυπώνεται στις σπουδές για πιάνο που συνέθεσε, έργα πολύ πάρα πολύ απαιτητικά για τους πιανίστες της εποχής, ακόμα και στις δεύτερες, πιο απλοποιημένες εκδόσεις τους. Οι σπουδές για πιάνο που συνέθεσε είναι οι εξής:
3 σπουδές κοντσέρτου με τίτλο Lamento, La leggierezza, Un sospiro (1848)
2 σπουδές κοντσέρτου με τίτλο Waldesrauschen, Gnomenreigen (1863)
Μεγάλη σπουδή σε 12 ασκήσεις, 1826 και 1837. Εξαιρετικής δυσκολίας για τους πιανίστες της εποχής.
12 Σπουδές υπερβατικής δεξιοτεχνίας (1852) :Είναι η απλοποιημένη μορφή της Μεγάλης Σπουδής, αυτή που παίζεται από τους περισσότερους πιανίστες σήμερα.
6 Σπουδές Παγκανίνι, βασισμένες στα Καπρίτσια για βιολί του Νικολό Παγκανίνι (πλην της La Campanella η οποία είναι βασισμένη στο Δεύτερο Κονσέρτο για βιολί, σε σι ελάσσονα).
Για ορχήστρα
Συμφωνία "Φάουστ"
Συμφωνία "Δάντης"
Συμφωνικά ποιήματα (Πρελούδια, Τάσσος, Ορφέας, Προμηθέας, Μαζέππα κ.α.)
Για πιάνο και ορχήστρα
2 κοντσέρτα για πιάνο
Χορός των νεκρών
Φαντασία πάνω σε ουγγαρέζικους λαϊκούς σκοπούς
Θρησκευτική Μουσική
Missa choralis
Missa solemnis
Ουγγρική λειτουργία της στέψης
Requiem
Ο θρύλος της Αγίας Ελισάβετ, ορατόριο
Χριστός, ορατόριο
Για πιάνο
Χρόνια προσκυνήματος
Σπουδές Παγκανίνι
Υπερβατικές Σπουδές
Ουγγρικές Ραψωδίες
Σονάτα σε σι ελάσσονα
Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010 10:10
Αντόνιο Βιβάλντι(1678 - 1741)
Ο πατέρας του ήταν εκπαιδευμένος φούρναρης με μουσικά ενδιαφέροντα και αργότερα έγινε βιολινίστας και ιμπρεσάριος όπερας. Λόγω αυτής της συγκυρίας ο γιος Αντόνιο Βιβάλντι που γεννήθηκε στη Βενετία, χλευαζόταν ότι «ξεφουρνίζει» σωρηδόν μουσική όπως ο πατέρας του ξεφούρνιζε ψωμιά.
Το έργο του Βιβάλντι είναι όμως πολύ σημαντικό στον κόσμο της μουσικής, παρ' ότι ο ασθενικός νεαρός ιερωμένος δεν έδινε αρχικά την εντύπωση σπουδαίου μουσικού. Ο Μπαχ, 7 χρόνια νεώτερος του Βιβάλντι, έμαθε για το σπουδαίο συνάδελφό του και διασκεύασε έργα του, όταν αυτός σταμάτησε να εκδίδει παρτιτούρες στην Ιταλία και συνεργάστηκε με Ολλανδούς, Έτσι κυκλοφόρησαν τα έργα του ευρύτερα στην Ευρώπη.
Ο Βιβάλντι σπούδασε μουσική και εκπαιδεύτηκε για ιερωμένος. Χειροτονήθηκε το 1703 και παράλληλα έγινε δάσκαλος βιολιού στο εκκλησιασατικό ορφανοτροφείο και στο σχολείο άπορων κοριτσιών. Λόγω της ασθενικότητάς του (είχε άσθμα και ίσως καρδιακά προβλήματα) απηλάγη από την υποχρέωση να εκτελεί τη λειτουργία και το 1716 που είχε γίνει ήδη ευρύτερα γνωστός ως δεξιοτέχνης του βιολιού και συνθέτης, προβιβάστηκε σε διευθυντή συναυλιών.
To 1718 ξεκίνησε περιοδείες με πολυπληθή συνοδεία, αρχικά σε όλη την Ιταλία και στο τέλος στη Βιένη, ίσως και στην Πράγα. Ο «κόκκινος παπάς», όπως τον αποκαλούσαν λόγω του χρώματος των μαλλιών του, συνέθεσε εκατοντάδες κοντσέρτα (, ), πολλά εκκλησιαστικά έργα και δεκάδες όπερες. Συνοδευόταν από δύο αδελφές, παλιές μαθήτριες στο ορφανοτροφείο και εκπαιδευμένες τραγουδίστριες, τις οποίες η κοινωνία της Βενετίας θεωρούσε και ερωμένες του Βιβάλντι. Αν και πολύ εύπορος λόγω των σημαντικών εσόδων από τη μουσική του, είχε σπάταλη ζωή, με αποτέλεσμα στα τελευταία του χρόνια να καταλήξει στο πτωχοκομείο της Βιένης. Όταν πέθανε εκεί το 1741, ετάφη ως άπορος και μάλλον άγνωστος, γιατί είχε ήδη ξεχαστεί.
Τα έργα του Βιβάλντι είχαν χαθεί για σχεδόν 200 χρόνια και μόνο σε λίγους μυημένους ήταν γνωστό το όνομα και η σημασία του για τη μουσική του μπαρόκ (). Στη δεκαετία του 1920 παρουσιάστηκαν σε ένα παλαιοπώλη μοναχοί κάποιου μοναστηριού της Ιταλίας και προσέφεραν παλαιά βιβλία και παρτιτούρες για να εισπράξουν χρήματα, με τα οποία θα συντηρούσαν τα κτίριά τους. Ο παλαιοπώλης, συμπτωματικά με σημαντική μουσική παιδεία, αναγνώρισε στις παρτιτούρες έργα της εποχής μπαρόκ και διέβλεψε Βιβάλντι. Δυστυχώς η συλλογή αυτή περιείχε μόνο τις ζυγές σελίδες από τις παρτιτούρες. Οι μονές σελίδες, όσο και αν αναζητήθηκαν, δεν βρέθηκαν σ' αυτό το μοναστήρι ή σε άλλο της περιοχής. 'Αρχισε τότε μια αστυνομική αναζήτηση, στην οποία συνέβαλε και το δικτατορικό καθεστώς του Μουσολίνι, με αποτέλεσμα να εντοπιστούν οι μονές σελίδες μετά από αρκετά χρόνια στην κατοχή ενός υπέργηρου βιομήχανου, ο οποίος γνώριζε τη σημασία των εντύπων που κατείχε και δεν τα έδινε για κανένα χρηματικό ποσό. Μετά από μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις, πιθανόν και με πιέσεις από το δικτατορικό καθεστώς, δέχτηκε ο βιομήχανος να παραδώσει τις μονές σελίδες και έτσι δόθηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα στη δημοσιότητα εκατοντάδες έργα του μεγάλου Ιταλού συνθέτη.
Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010 09:39
Wolfgang Amadeus Mozart, (Σάλτσμπουργκ, 27 Ιανουαρίου 1756 - Βιέννη, 5 Δεκεμβρίου 1791)
Eνας από τους σπουδαιότερους συνθέτες κλασικής μουσικής. Μαζί με τον Ιωσήφ Χάυδν και τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν αποτελούν τους σημαντικότερους εκπροσώπους του λεγόμενου "βιεννέζικου κλασικισμού" και του κλασικισμού γενικότερα.
Ο Μότσαρτ διδάχθηκε από τον πατέρα του Λέοπολντ από το τέταρτο έτος της ηλικίας του (αρχικά μουσική, αργότερα και άλλα μαθήματα) και παρουσιάστηκε στο κοινό, μαζί με την αδελφή του Μαρία Άννα, σαν ένα "παιδί θαύμα" (για πρώτη φορά το 1761 στο Σάλτσμπουργκ).
Από τον Ιούνιο 1763 ο Μότσαρτ έδωσε συναυλίες στο Παρίσι και στο Λονδίνο, καθώς και ως προσκεκλημένος πολλών Γερμανών ηγεμόνων. Αυτά τα ταξίδια έδωσαν την ευκαιρία να συναντηθεί ο Μότσαρτ με σημαντικούς μουσικούς της εποχής του. Ο σπουδαιότερος από αυτούς ήταν στο Λονδίνο ο Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ, ένας από τους γιους του μεγάλου Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ο οποίος και επηρέασε σημαντικά τον Μότσαρτ στη σταδιοδρομία του.
Ο Μότσαρτ απο μικρός είχε εντατικοποιήσει τις εργασίες του στη σύνθεση και προσπάθησε να παρέμβει και στη μουσική ζωή της γενέτειράς του: συνέθεσε για το Πανεπιστήμιο την όπερα "Apollo und Hyacinthus" και την πρώτη πράξη του ορατόριου "Die Schuldigkeit des ersten Gebots". Κατά τη διάρκεια της δεύτερης μεγάλης επίσκεψής του στη Βιέννη (Σεπτ. 1767 μέχρι Ιαν. 1769) διηύθυνε μεν ο Μότσαρτ με επιτυχία μία "Λειτουργία για το Ορφανοτροφείο" και παρουσίασε την όπερα "Bastien und Bastienne" στη βίλα του γιατρού F. A. Mesmer, δεν βρήκε όμως ανταπόκριση στην αυτοκρατορική Αυλή. Επίσης η όπερά του "La finta semplice" δεν έγινε δεκτό να ανέβει στην Αυλή, αν και την υποστήριξε ο Κ. Β. Γκλουκ (αυτή η όπερα παρουσιάστηκε το 1769 στο Σάλτσμπουργκ).
Στη Ρώμη απονεμήθηκε στο νεαρό συνθέτη από τον Πάπα ένα παράσημο και έγινε δεκτός σε τάγμα ιπποτών
Τον Οκτώβριο του 1770 παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στο Μιλάνο η όπερα "Μιθριδάτης, βασιλιάς του Πόντου" (21 επαναλήψεις). Το Μάρτιο του 1771 ολοκληρώθηκε το πρώτο ταξίδι στην Ιταλία. Στον Μότσαρτ είχαν δοθεί στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού μερικές παραγγελίες για συνθέσεις (για την Πάδοβα, το Μιλάνο και τη Βενετία) και έτσι υπήρχε λόγος να ετοιμαστεί το δεύτερο ταξίδι του. Περίπου 5 μήνες αργότερα ξεκινάει πάλι από το Σάλτσμπουργκ για την Ιταλία, όπου έμεινε μέχρι το Δεκέμβριο του 1771. Αυτή την εποχή δημιουργήθηκαν το ορατόριο "La betulia liberata" (για την Πάδοβα) και η σερενάτα "Ascanio in Alba" (για το Μιλάνο). Από τον Οκτώβριο 1772 μέχρι το Μάρτιο 1773 πραγματοποιήθηκε το τρίτο ταξίδι του Μότσαρτ στην Ιταλία, κατά τη διάρκεια του οποίου παρουσιάστηκε η όπερα "Lucio Silla" στο Μιλάνο.
Η επόμενη παραμονή του Μότσαρτ στο Σάλτσμπουργκ διακόπηκε μόνο από ταξίδια στη Βιέννη και στο Μόναχο. Αυτή την εποχή ανέπτυξε ο συνθέτης ακόμα περισσότερο την συνθετική τεχνική του, πράγμα που ενισχύθηκε από τη συνάντηση και γνωριμία του με τον Ιωσήφ Χάυδν στη Βιέννη.
Ο Μότσαρτ άρχισε να συνθέτει μανιωδώς - περίπου τα μισά από τα έργα του γράφτηκαν στα 10 χρόνια της παραμονής του στη Βιέννη. Σύντομα παρουσιάστηκε σαν διοργανωτής συναυλιών, σαν βιρτουόζος πιανίστας αλλά και σαν μέλος ορχήστρας σε ιδιωτικές συναυλίες (ακαδημίες) σαν μαέστρος σαν σημαντικός συνθέτης. 'Ενα σημαντικό βήμα του Μότσαρτ για την αποδοχή του από την αυτοκρατορική Αυλή απετέλεσε η επιτυχία του με την όπερα "Η απαγωγή από το σεράι" τον Ιούλιο του 1782. Το ίδιο έτος παντρεύτηκε με την Konstanze Weber
. Μέχρι το 1785 ο Μότσαρτ συνέθετε κυρίως έργα για πιάνο και μουσική δωματίου (μεταξύ άλλων τα 6 κουαρτέτα εγχόρδων που αφιέρωσε στον Ιωσήφ Χάυδν). Ιδιαίτερα τα κοντσέρτα για πιάνο του Μότσαρτ βρήκαν σημαντική ανταπόκριση στο βιεννέζικο κοινό και αποτελούν μέχρι σήμερα κορυφαίες δημιουργίες, τόσο του ίδιου του συνθέτη, όσο και του μουσικού αυτού είδους γενικότερα.
Το 1785/86 ανέβηκε η όπερα "Οι γάμοι του Φίγκαρο", το 1787 ο "Ντον Τζιοβάννι". Το δεύτερο έργο ανέβηκε για πρώτη φορά με μεγάλη επιτυχία στην Πράγα. Το 1787 διορίστηκε επιτέλους ο Μότσαρτ ως αυλικός συνθέτης από τον Ιωσήφ, αλλά οι εποχές είχαν αλλάξει λόγω του πολέμου με τους Τούρκους και η μουσική ζωή της Βιέννης βρισκόταν σε παρακμή. Την ίδια περίπου εποχή με τις όπερες του da Ponte δημιουργήθηκαν μερικές από τις γνωστές συμφωνίες, διάφορα έργα για πιάνο (κοντσέρτα και σονάτες), καθώς και έργα για μουσική δωματίου.
Ο Μότσαρτ ήταν ασθενής ήδη από το τέλος του καλοκαιριού του 1791, αλλά στις αρχές Δεκεμβρίου προέκυψε μία δραματική επιδείνωση, η οποία και τον οδήγησε στο θάνατο. Το Ρέκβιεμ (Requiem), μία παραγγελία του κόμητα Φ. Βάλζεγκ-Στούπαχ, έμεινε ημιτελές. Με εντολή της χήρας Κονστάντσε ανέλαβαν να το ολοκληρώσουν αρχικά ο J. Eybler και στη συνέχεια ο Φ. Συσμάιερ (F. X. Suessmayer). Αυτή η μορφή του έργου εκτελείται, συνήθως, μέχρι σήμερα.
Ο μεγάλος συνθέτης Β. Α. Μότσαρτ κηδεύτηκε φτωχικά (με έξοδα του Δήμου) και ετάφη σε μαζικό τάφο στο νεκροταφείο του Άγιου Marx. Ο τάφος του δεν εντοπίστηκε ποτέ με ακρίβεια, γι' αυτό ο επίσημος τάφος στην πτέρυγα τιμωμένων του κεντρικού νεκροταφείου της Βιέννης (Zentralfriedhof) είναι κενοτάφιο.
Piano Sonata No. 1 in C major, KV 279 (Munich, Summer 1774)
Piano Sonata No. 2 in F major, KV 280 (Munich, Summer 1774)
Piano Sonata No. 3 in B-flat major, KV 281 (Munich, Summer 1774)
Piano Sonata No. 4 in E-flat major, KV 282 (Munich, Summer 1774)
Piano Sonata No. 5 in G major, KV 283 (Munich, Summer 1774)
Piano Sonata No. 6 in D major, KV 284 (Munich, Feb-Mar 1775)
Piano Sonata No. 7 in C major, KV 309 (Mannheim, Nov. 8 1777)
Piano Sonata No. 8 in A minor, KV 310 (Paris, Summer 1778)
Piano Sonata No. 9 in D major, KV 311 (Mannheim, Nov 1777)
Piano Sonata No. 10 in C major, KV 330 (Summer 1778)
Piano Sonata No. 11 "Turkish" in A major, KV 331 (Summer 1778)
Piano Sonata No. 12 in F major, KV 332 (Summer 1778)
Piano Sonata No. 13 in B-flat major, KV 333 (Summer 1778)
Piano Sonata No. 14 in C minor, KV 457 (Vienna, Oct. 14, 1784)
Piano Sonata No. 15 in F Major, KV 533/494 (Vienna, Jan. 3, 1788)
Piano Sonata No. 16 in C Major, KV 545 (so-called facile or semplice sonata; Vienna, Jun. 26, 1788)
Piano Sonata No. 17 in B-flat Major, KV 570 (Vienna, February, 1789)
Piano Sonata No. 18 in D Major KV 576 (Vienna, July 1789)
Piano Concerto No. 1 in F major, KV 37
Piano Concerto No. 2 in B flat major, KV 39
Piano Concerto No. 3 in D major, KV 40
Piano Concerto No. 4 in G major, KV 41
Piano Concerto No. 5 in D major, KV 175
Piano Concerto No. 6 in B flat major, KV 238
Piano Concerto No. 7 in F major for Three Pianos, KV 242
Piano Concerto No. 8 "Lützow" in C major, KV 246
Piano Concerto No. 9 "Jeunehomme" in E flat major, KV 271
Piano Concerto No. 10 in E flat major for Two Pianos, KV 365
Piano Concerto No. 11 in F major, KV 413/387a
Piano Concerto No. 12 in A major, KV 414/385p
Piano Concerto No. 13 in C major, KV 415/387b
Piano Concerto No. 14 in E flat major, KV 449
Piano Concerto No. 15 in B flat major, KV 450
Piano Concerto No. 16 in D major, KV 451
Piano Concerto No. 17 in G major, KV 453
Piano Concerto No. 18 in B flat major, KV 456
Piano Concerto No. 19 in F major, KV 459
Piano Concerto No. 20 in D minor, KV 466
Piano Concerto No. 21 in C major, KV 467
Piano Concerto No. 22 in E flat major, KV 482
Piano Concerto No. 23 in A major, KV 488
Piano Concerto No. 24 in C minor, KV 491
Piano Concerto No. 25 in C major, KV 503
Piano Concerto No. 26 "Coronation" in D major, KV 537
Piano Concerto No. 27 in B flat major, KV 595
Για βιολί
Violin Concerto No. 1 in B flat major, KV 207 (1775)
Violin Concerto No. 2 in D major, KV 211 (1775)
Violin Concerto No. 3 in G major, KV 216 (1775)
Violin Concerto No. 4 in D major, KV 218 (1775)
Violin Concerto No. 5 in A major, KV 219 (1775)
Violin Concerto in E flat major, KV 268 (1780) (Doubtful)
Violin Concerto in D major, KV 271a Kolb (1777) (Doubtful)
Για κόρνο
Horn Concerto No. 1 in D major, KV 412 (1791)
Horn Concerto No. 2 in E flat major, KV 417 (1783)
Horn Concerto No. 3 in E flat major, KV 447 (c. 1784-87)
Horn Concerto No. 4 in E flat major, KV 495 (1786)
Για πνευστά
Κονσέρτο για φαγκότο σε Σι ύφεση μείζονα, KV 191 (1774)
Κονσέρτο για Φλάουτο, Άρπα και ορχήστρα, KV 299 (1778)
Κοντσέρτο για όμποε σε Ντο μείζονα, KV 314 (διασώθηκε ως κοντσέρτο για όμποε, πιθανότατα είχε αρχικά γραφεί για φλάουτο)
Κοντσέρτο για Κλαρινέτο και Ορχήστρα σε Λα μείζονα, KV 622 (1791)
Κοντσέρτο για φλάουτο Αρ. 1 σε Σολ μείζονα, KV 313 (1778)
Κοντσέρτο για φλάουτο Αρ. 2 σε Ρε μείζονα, KV 314 (1778)
Αντάντε για φλάουτο και ορχήστρα σε Ντο μείζονα, KV 315 (1778)
Κοντσέρτο για τρομπέτα, KV 47a (δεν διασώζεται)
Όπερες
Οι Γάμοι του Φίγκαρο (Die Hochzeit des Figaro)
Έτσι κάνουν όλες (Cosi fan tutte)
Ο Μαγικός Αυλός (Die Zauberflöte)
Μιθριδάτης, Βασιλεύς του Πόντου (Mitridate, Re di Ponto)
Χορωδιακά έργα
Λειτουργία της Στέψης (Kronungsmesse) σε Ντο μείζονα
Ρέκβιεμ σε ρε ελάσσονα
Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010 09:26
Ludwig van Beethoven
16 Δεκ 1770 - 26 Μαρ 1827
Γερμανός μουσικός συνθέτης. Mία από τις μεγαλύτερες μορφές της κλασικής μουσικής Από πολλούς αναγνωρίζεται ως μια από τις μουσικές ιδιοφυίες, παράδειγμα και μέτρο σύγκρισης για όλους τους μεταγενέστερους συνθέτες.
Γεννήθηκε στη Βόννη το 1770. Καταγόταν από μουσική οικογένεια. Ο παππούς του ηταν διευθυντής χορωδίας στην Αυλή του Πρίγκηπα Εκλέκτορα της Κολωνίας στη Βόννη. Ο πατέρας του, Johann van Beethoven ηταν ο πρώτος δάσκαλος μουσικής του Λούντβιχ. Αργότερα, ο Κρίστιαν Νέεφε (Christian Neefe) ανέλαβε το έργο της μουσικής του εκπαίδευσης.
Σε ηλικία 12 ετών δημοσιεύτηκε η πρώτη του σύνθεση και ο Νέεφε δήλωσε πως επρόκειτο για το νέο Μότσαρτ. Ο Μπετόβεν συνέχισε να συνθέτει έργα ενώ συγχρόνως άρχισε να εργάζεται ως οργανίστας στην Αυλή. Το 1787 μια ξαφνική αρρώστια της μητέρας του, στερεί τη δυνατότητα από τον νεαρό Μπετόβεν να μεταβεί στη Βιέννη προκειμένου να κάνει μαθήματα με τον Μότσαρτ. Λίγο αργότερα όμως, το 1792, ο Γιόζεφ Χάυντν, κανόνισε να πάει τελικά στη Βιέννη για να σπουδάσει μαζί του. Η εκπαίδευση του στο πλευρό του Χάυδν διήρκησε συνολικά δύο χρόνια. Επιπλέον σπούδασε αντίστιξη για ένα χρόνο με τον Γιόχαν Γκέοργκ Αλμπρεχτσμπέργκερ (Johann Georg Allbrehtsberger) και φωνητική σύνθεση με τον Αντόνιο Σαλιέρι (Antonio Salieri). Σταδιακά, άρχισε να αναγνωρίζεται η αξία του, αρχικά ως πιανίστα αλλά αργότερα και ως συνθέτη. Την πρώτη δημιουργική του περίοδο κατάφερε να καθιερωθεί στη Βιέννη χάρη στην σημαντική υποστήριξη του αριστοκρατικού κύκλου της Αυστρίας, της Βοημίας και της Ουγγαρίας.
Ένα από τα σημαντικότερα και το πιο τραγικό γεγονός της ζωής του Μπετόβεν αποτέλεσε η κώφωση του. Άρχισε να χάνει την ακοή του σταδιακά από την ηλικία των 26 ετών, το 1796 (κατά άλλους αρχίζει λίγα χρόνια αργότερα) και, περίπου το 1820, θεωρείται πως ήταν ολοκληρωτικά κωφός. Το γεγονός αυτό προκαλούσε μεγάλη θλίψη στον Μπετόβεν, η οποία αποτυπώνεται και σε γράμμα του προς τους αδελφούς του, το 1802, με την παράκληση να διαβαστεί μετά το θάνατό του, γνωστό και ως Διαθήκη του Heiligenstadt. Παρά την απώλεια της ακοής του, έγραψε μουσική μέχρι το τέλος της ζωής του. Η υγεία του Μπετόβεν ήταν γενικά κακή και το 1826 επιδεινώθηκε δραστικά, γεγονός που οδήγησε και στο θάνατο του τον επόμενο χρόνο.
.
Μουσικό έργο
Το έργο του Μπετόβεν διακρίνεται κυρίως σε τρεις χρονικές περιόδους.
Τις πρώτες σονάτες που συνέθεσε, ο Μπετόβεν τις αφιέρωσε στον Χάυντν, που αποτέλεσε και τον σημαντικότερο δάσκαλό του. Οι σονάτες αυτές χαρακτηρίζονται και από μεγάλες ομοιότητες με αντίστοιχες συνθέσεις του Χάυντν. Η σημαντικότερη ίσως από αυτές είναι η "Παθητική" (op. 13). Άλλες εμφανείς επιδράσεις είναι ο Μότσαρτ, ο Κλεμέντι (Muzio Clementi) και ο Γιαν Ντούσεκ (Jan Dussek). Τον Απρίλιο του 1800 ο Μπετόβεν παρουσίασε την 1η Συμφωνία και δύο χρόνια αργότερα την 2η Συμφωνία. Η πρώτη ακολουθεί περισσότερο τα κλασικά πρότυπα, ενώ η δεύτερη χαρακτηρίζεται από εξάρσεις. Στην πρώτη περίοδο ανήκουν επιπλέον τα έξι πρώτα κουαρτέτα εγχόρδων (op. 18) και τα δύο πρώτα κοντσέρτα για πιάνο.
Η 2η περίοδος αυτή ξεκινά με την 3η Συμφωνία (ή Ηρωική Συμφωνία), η οποία είναι πολύ μεγάλη σε διαστάσεις για τα πρότυπα της εποχής και χαρακτηρίζεται από αρκετές παρεκτροπές από την κλασική δομή των συμφωνιών. Το δεύτερο μέρος (Πένθιμο Εμβατήριο) έχει εμβατηριακό χαρακτήρα και θεωρείται αναφορά στην Γαλλική Επανάσταση. Αφιερώθηκε αρχικά στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Την ίδια περίοδο ο Μπετόβεν συνθέτει και την μοναδική του όπερα Fidelio.
Την περίοδο 1806 - 1808, ο Μπετόβεν ολοκλήρωσε την 4η, την 5η και την 6η Συμφωνία (ή Ποιμενική), ενώ το 1812 γράφτηκε η 7η και η 8η Συμφωνία. Στην δεύτερη περίοδο του Μπετόβεν ανήκουν ακόμα τα τρία τελευταία κοντσέρτα για πιάνο, το μοναδικό κοντσέρτο για βιολί, πέντε κουαρτέτα εγχόρδων (7-11) και έξι επιπλέον σονάτες για πιάνο στις οποίες περιλαμβάνεται η σονάτα Waldstein και η Appasionata.
Το 1816, το προχωρημένο στάδιο απώλειας ακοής του Μπετόβεν, αναγκάζει τον συνθέτη να αποσυρθεί σε μεγάλο βαθμό από πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις. Οι συνθέσεις αυτής της περιόδου είναι μεγαλοπρεπείς, με μεγαλύτερο πνευματικό βάθος, ενώ η δομή τους θεωρείται γενικά πιο αφηρημένη και ασαφής. Στα τελευταία έργα του, ο Μπετόβεν χρησιμοποίησε επίσης πολύ συχνά το στοιχείο των παραλλαγών. Οι παραλλαγές Diabelli θεωρούνται από τα σημαντικότερα έργα αυτού του είδους και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για αρκετά έργα της ρομαντικής περιόδου. Η τρίτη δημιουργική περίοδος χαρακτηρίζεται από την ολοκλήρωση της 9ης Συμφωνίας, η οποία παρουσιάστηκε δημόσια τον Μάιο του 1824. Αναφέρεται πως ο Μπετόβεν, που φαινομενικά διηύθυνε το έργο, δεν ήταν σε θέση να ακούσει τα χειροκροτήματα του πλήθους και χρειάστηκε να τον στρέψει προς το κοινό για υπόκλιση μία από τις σολίστ. Στην ένατη συμφωνία υπάρχει ένα στοιχείο καινοτομίας που είναι η χρήση χορωδίας και τεσσάρων μονωδών στην μελοποίηση του ποιήματος Ωδή στη Χαρά του Σίλερ (Shiller). Θεωρείται ως σήμερα ένα από τα αριστουργήματα στην ιστορία της μουσικής στην τελευταία περίοδο δημιουργίας του Μπετόβεν είναι κ τα τελευταία έξι κουαρτέτα εγχόρδων, οι τελευταίες έξι σονάτες για πιάνο καθώς και η Missa Solemnis (Επίσημη Λειτουργία), έργο θρησκευτικής αντιστικτικής μουσικής.
16 Δεκ 1770 - 26 Μαρ 1827
Γερμανός μουσικός συνθέτης. Mία από τις μεγαλύτερες μορφές της κλασικής μουσικής Από πολλούς αναγνωρίζεται ως μια από τις μουσικές ιδιοφυίες, παράδειγμα και μέτρο σύγκρισης για όλους τους μεταγενέστερους συνθέτες.
Γεννήθηκε στη Βόννη το 1770. Καταγόταν από μουσική οικογένεια. Ο παππούς του ηταν διευθυντής χορωδίας στην Αυλή του Πρίγκηπα Εκλέκτορα της Κολωνίας στη Βόννη. Ο πατέρας του, Johann van Beethoven ηταν ο πρώτος δάσκαλος μουσικής του Λούντβιχ. Αργότερα, ο Κρίστιαν Νέεφε (Christian Neefe) ανέλαβε το έργο της μουσικής του εκπαίδευσης.
Σε ηλικία 12 ετών δημοσιεύτηκε η πρώτη του σύνθεση και ο Νέεφε δήλωσε πως επρόκειτο για το νέο Μότσαρτ. Ο Μπετόβεν συνέχισε να συνθέτει έργα ενώ συγχρόνως άρχισε να εργάζεται ως οργανίστας στην Αυλή. Το 1787 μια ξαφνική αρρώστια της μητέρας του, στερεί τη δυνατότητα από τον νεαρό Μπετόβεν να μεταβεί στη Βιέννη προκειμένου να κάνει μαθήματα με τον Μότσαρτ. Λίγο αργότερα όμως, το 1792, ο Γιόζεφ Χάυντν, κανόνισε να πάει τελικά στη Βιέννη για να σπουδάσει μαζί του. Η εκπαίδευση του στο πλευρό του Χάυδν διήρκησε συνολικά δύο χρόνια. Επιπλέον σπούδασε αντίστιξη για ένα χρόνο με τον Γιόχαν Γκέοργκ Αλμπρεχτσμπέργκερ (Johann Georg Allbrehtsberger) και φωνητική σύνθεση με τον Αντόνιο Σαλιέρι (Antonio Salieri). Σταδιακά, άρχισε να αναγνωρίζεται η αξία του, αρχικά ως πιανίστα αλλά αργότερα και ως συνθέτη. Την πρώτη δημιουργική του περίοδο κατάφερε να καθιερωθεί στη Βιέννη χάρη στην σημαντική υποστήριξη του αριστοκρατικού κύκλου της Αυστρίας, της Βοημίας και της Ουγγαρίας.
Ένα από τα σημαντικότερα και το πιο τραγικό γεγονός της ζωής του Μπετόβεν αποτέλεσε η κώφωση του. Άρχισε να χάνει την ακοή του σταδιακά από την ηλικία των 26 ετών, το 1796 (κατά άλλους αρχίζει λίγα χρόνια αργότερα) και, περίπου το 1820, θεωρείται πως ήταν ολοκληρωτικά κωφός. Το γεγονός αυτό προκαλούσε μεγάλη θλίψη στον Μπετόβεν, η οποία αποτυπώνεται και σε γράμμα του προς τους αδελφούς του, το 1802, με την παράκληση να διαβαστεί μετά το θάνατό του, γνωστό και ως Διαθήκη του Heiligenstadt. Παρά την απώλεια της ακοής του, έγραψε μουσική μέχρι το τέλος της ζωής του. Η υγεία του Μπετόβεν ήταν γενικά κακή και το 1826 επιδεινώθηκε δραστικά, γεγονός που οδήγησε και στο θάνατο του τον επόμενο χρόνο.
.
Μουσικό έργο
Το έργο του Μπετόβεν διακρίνεται κυρίως σε τρεις χρονικές περιόδους.
Τις πρώτες σονάτες που συνέθεσε, ο Μπετόβεν τις αφιέρωσε στον Χάυντν, που αποτέλεσε και τον σημαντικότερο δάσκαλό του. Οι σονάτες αυτές χαρακτηρίζονται και από μεγάλες ομοιότητες με αντίστοιχες συνθέσεις του Χάυντν. Η σημαντικότερη ίσως από αυτές είναι η "Παθητική" (op. 13). Άλλες εμφανείς επιδράσεις είναι ο Μότσαρτ, ο Κλεμέντι (Muzio Clementi) και ο Γιαν Ντούσεκ (Jan Dussek). Τον Απρίλιο του 1800 ο Μπετόβεν παρουσίασε την 1η Συμφωνία και δύο χρόνια αργότερα την 2η Συμφωνία. Η πρώτη ακολουθεί περισσότερο τα κλασικά πρότυπα, ενώ η δεύτερη χαρακτηρίζεται από εξάρσεις. Στην πρώτη περίοδο ανήκουν επιπλέον τα έξι πρώτα κουαρτέτα εγχόρδων (op. 18) και τα δύο πρώτα κοντσέρτα για πιάνο.
Η 2η περίοδος αυτή ξεκινά με την 3η Συμφωνία (ή Ηρωική Συμφωνία), η οποία είναι πολύ μεγάλη σε διαστάσεις για τα πρότυπα της εποχής και χαρακτηρίζεται από αρκετές παρεκτροπές από την κλασική δομή των συμφωνιών. Το δεύτερο μέρος (Πένθιμο Εμβατήριο) έχει εμβατηριακό χαρακτήρα και θεωρείται αναφορά στην Γαλλική Επανάσταση. Αφιερώθηκε αρχικά στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Την ίδια περίοδο ο Μπετόβεν συνθέτει και την μοναδική του όπερα Fidelio.
Την περίοδο 1806 - 1808, ο Μπετόβεν ολοκλήρωσε την 4η, την 5η και την 6η Συμφωνία (ή Ποιμενική), ενώ το 1812 γράφτηκε η 7η και η 8η Συμφωνία. Στην δεύτερη περίοδο του Μπετόβεν ανήκουν ακόμα τα τρία τελευταία κοντσέρτα για πιάνο, το μοναδικό κοντσέρτο για βιολί, πέντε κουαρτέτα εγχόρδων (7-11) και έξι επιπλέον σονάτες για πιάνο στις οποίες περιλαμβάνεται η σονάτα Waldstein και η Appasionata.
Το 1816, το προχωρημένο στάδιο απώλειας ακοής του Μπετόβεν, αναγκάζει τον συνθέτη να αποσυρθεί σε μεγάλο βαθμό από πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις. Οι συνθέσεις αυτής της περιόδου είναι μεγαλοπρεπείς, με μεγαλύτερο πνευματικό βάθος, ενώ η δομή τους θεωρείται γενικά πιο αφηρημένη και ασαφής. Στα τελευταία έργα του, ο Μπετόβεν χρησιμοποίησε επίσης πολύ συχνά το στοιχείο των παραλλαγών. Οι παραλλαγές Diabelli θεωρούνται από τα σημαντικότερα έργα αυτού του είδους και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για αρκετά έργα της ρομαντικής περιόδου. Η τρίτη δημιουργική περίοδος χαρακτηρίζεται από την ολοκλήρωση της 9ης Συμφωνίας, η οποία παρουσιάστηκε δημόσια τον Μάιο του 1824. Αναφέρεται πως ο Μπετόβεν, που φαινομενικά διηύθυνε το έργο, δεν ήταν σε θέση να ακούσει τα χειροκροτήματα του πλήθους και χρειάστηκε να τον στρέψει προς το κοινό για υπόκλιση μία από τις σολίστ. Στην ένατη συμφωνία υπάρχει ένα στοιχείο καινοτομίας που είναι η χρήση χορωδίας και τεσσάρων μονωδών στην μελοποίηση του ποιήματος Ωδή στη Χαρά του Σίλερ (Shiller). Θεωρείται ως σήμερα ένα από τα αριστουργήματα στην ιστορία της μουσικής στην τελευταία περίοδο δημιουργίας του Μπετόβεν είναι κ τα τελευταία έξι κουαρτέτα εγχόρδων, οι τελευταίες έξι σονάτες για πιάνο καθώς και η Missa Solemnis (Επίσημη Λειτουργία), έργο θρησκευτικής αντιστικτικής μουσικής.
Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010 20:11










